Once an athlete, always an athlete
Συνέντευξη με τη σκηνοθέτιδα Μάγδα Νένου για το Beyond The Line
Συνέντευξη: Georgios Alexandrakis
Once an athlete, always an athlete
Ο Γιάννης Αβραμίδης ήταν αθλητής όταν έμεινε τετραπληγικός από δημοτική αμέλεια. Κοιτούσε κρυφά βίντεο από Παραολυμπιακούς, ζήτησε από τους γονείς του να συνεχίσει και έγινε ένας από τους κορυφαίους αθλητές του Frame Running στον κόσμο.
Το Beyond The Line της Μάγδας Νένου, που προβλήθηκε στο «Με τα μάτια ανοιχτά», τον ετήσιο θεσμό της Ένωσης Ελληνικού Ντοκιμαντέρ, καταγράφει αυτή τη διαδρομή χωρίς μουσική, χωρίς αναπαραστάσεις και χωρίς μελοδραματικά δεκανίκια.
Μια ταινία που, όπως κι ο ίδιος ο Γιάννης, έφτασε ως εδώ χωρίς καμία θεσμική στήριξη. Αντί για οίκτο, ενεργοποιεί αυτό που θα ονόμαζα «συναίσθημα της λογικής», το βαθύ αίσθημα αδικίας που νιώθεις βλέποντας έναν αθλητή παγκόσμιας κλάσης να παλεύει με τις χρόνιες κρατικές ελλείψεις. Κι εκεί που το κράτος απουσιάζει, στέκεται η αγάπη μιας οικογένειας και ενός προπονητή.
Μιλήσαμε με τη συνάδελφο σκηνοθέτιδα Μάγδα Νένου για τις επιλογές της, για τον Γιάννη και τους ανθρώπους γύρω του και για τη γραμμή που η ταινία καλεί όλους μας να ξεπεράσουμε.
Εγώ βλέπω το Beyond The Line ως μια ταινία για την αγάπη. Εσείς πώς θα την περιγράφατε με μία φράση;
Είναι μια ταινία για τον επαναπροσδιορισμό της ταυτότητας και για την αγάπη, φυσικά!
Μία από τις πιο δυνατές στιγμές της ταινίας είναι όταν η μητέρα του Γιάννη περιγράφει πώς εκείνος έβλεπε κρυφά βίντεο από Παραολυμπιακούς. Πολλά ντοκιμαντέρ θα έστηναν αυτή τη σκηνή με αναπαράσταση. Εσείς την αφήσατε μόνο στον λόγο της. Πώς πήρατε αυτή την απόφαση;
Η ταινία ανήκει στο είδος του ντοκιμαντέρ παρατήρησης. Αυτό σημαίνει ότι ακολουθεί τη δράση «επ’ αυτοφώρω», στο πνεύμα της εποχής της nouvelle vague, με την οποία συνδέεται αυτό το είδος ντοκιμαντέρ. Οπότε καμία σκηνή δεν είναι προσχεδιασμένη ούτε περιέχει μυθοπλαστικά στοιχεία. Αυτή η εσωτερική σύμβαση με ακολούθησε σε όλη τη διάρκεια των γυρισμάτων. Η αρχική μου πρόθεση αφορά την αναπαράσταση της καθημερινότητας που βιώνει ο αθλητής Γιάννης στο σήμερα. Η ταινία δεν επιδιώκει να δημιουργήσει φρούδες συναισθηματικές εντάσεις, αλλά το ακριβώς αντίθετο.
Πώς αποφασίσατε πόσο κοντά θα έμπαινε η κάμερα στην καθημερινότητα του Γιάννη και πού βάλατε όρια;
Η επιλογή γενικών κάδρων και ευρυγώνιου φακού τοποθέτησε τον πρωταγωνιστή στην απόσταση στην οποία πιστεύω ότι βρίσκεται από τον θεατή. Η κινηματογραφική γλώσσα περικλείει μεν ολόκληρο τον κόσμο του χαρακτήρα, δεν επιτρέπει όμως καμία σκέψη για οίκτο. Αντιθέτως, θεωρώ ότι αυτή η απόσταση υπενθυμίζει την προσωπική και κοινωνική ευθύνη που διέπει τον καθένα από εμάς σε ένα τόσο σοβαρό ζήτημα όπως είναι η αναπηρία.
Η απουσία μουσικής ήταν απόφαση από την αρχή ή προέκυψε στο μοντάζ; Υπήρξε στιγμή που μπήκατε στον πειρασμό να βάλετε μουσική;
Η απουσία μουσικής αποτελεί μια πλήρως συνειδητή επιλογή και έγκειται στην αρχική μου πρόθεση να μην εκβιάσω το συναίσθημα του θεατή αντικειμενοποιώντας την αναπηρία του πρωταγωνιστή. Κατά τη διάρκεια του μοντάζ επανήλθε το ζήτημα. Ωστόσο, παρά τις δοκιμές που έγιναν με τους συνεργάτες μου με διάφορα είδη ή στυλ μουσικής, η τελική απόφαση εφάπτεται πλήρως με την αρχική, δηλαδή την απουσία μουσικής.
Πώς αποφεύγει κανείς να κάνει τον ήρωά του «έμπνευση για να νιώσουμε εμείς καλά». Το είχατε συνειδητά στο μυαλό σας;
Αυτό το «έμπνευση για να νιώσουμε εμείς καλά» είναι η μεγαλύτερη παγίδα που πλήττει τους δημιουργούς. Είναι σημαντικό κάθε δημιουργός να απαντήσει μέσα του στην ερώτηση «Γιατί θέλω να κάνω αυτή την ταινία;». Αν δηλαδή αποτελεί προέκταση μιας ναρκισσιστικής έκφανσης ή αν είναι καθαρά κοινωνικά ενεργός και η γραφή του είναι ο κινηματογράφος. Είναι δύο προθέσεις εκ διαμέτρου αντίθετες. Η δική μου πρόθεση αφορά το τραύμα, τη διαχείρισή του και τη ζωή με αυτό.
Η μητέρα του Γιάννη εμφανίζεται στην ταινία με ψυχραιμία και φυσικότητα, χωρίς κανέναν δραματισμό. Τι πιστεύετε ότι μπορεί να κρατήσει από αυτή τη στάση κάθε γονιός;
Θα μιλήσω μέσα από μια φράση που χρησιμοποίησε η ίδια η μητέρα του Γιάννη κατά τη διάρκεια των συζητήσεών μας. «Έκλαψα πολύ», μου είπε, «θέλω μόνο να βλέπω τον Γιάννη καλά». Προσωπικά συναισθάνομαι απόλυτα τη στάση της. Οι άνθρωποι που βιώνουν ένα τόσο τραυματικό και μεταμορφωτικό γεγονός στη ζωή τους στέκονται με αξιοπρέπεια στη νέα συνθήκη, χωρίς φθηνούς δραματισμούς, γιατί έχουν ήδη γνωρίσει τον πραγματικό πόνο.
Ο προπονητής του Γιάννη τον αντιμετώπισε πρώτα απ’ όλα ως αθλητή. Πόσο σημαντική ήταν αυτή η σχέση για τη διαδρομή του και για την ταινία;
Ένα μεγάλο κομμάτι της σημερινής επιτυχίας του Γιάννη οφείλεται στην αντιμετώπιση που λαμβάνει από τον προπονητή του. Ο Γιάννης κάνει προπόνηση υψηλού επιπέδου. Ο Δημήτρης Τσιφτσόγλου είναι διακεκριμένος προπονητής στίβου στην Παραολυμπιάδα. Ο Γιάννης, από την άλλη, αναγνωρίζει ότι μέσα από τον Δημήτρη επέστρεψε στον στίβο, βρίσκοντας την αθλητική του πορεία. Η σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ του Γιάννη και του Δημήτρη, μεταξύ αθλητή και προπονητή, είναι βαθιά και ουσιαστική. Έχουν έναν δικό τους κώδικα επικοινωνίας, που ήθελα οπωσδήποτε να αποτυπώσω στην ταινία.
Πώς αντέδρασε το κοινό στις προβολές; Σας ξάφνιασε κάποια αντίδραση;
Νομίζω ότι το κοινό ξαφνιάστηκε περισσότερο κατά τη διάρκεια των προβολών. Οι θεατές, προετοιμασμένοι ότι θα κλάψουν ή θα συγκινηθούν, είδαν ότι ακόμα και στοιχεία κωμωδίας έχουν θέση στην ταινία, για τον απλό λόγο ότι έτσι είναι η ζωή. Υπάρχει μια εσφαλμένη θέση που επιδιώκω να αλλάξει, η οποία είναι ότι το άτομο με αναπηρία ή το περιβάλλον του αντιμετωπίζει δυσκολίες μόνο όταν είναι συναισθηματικά ράκος. Ίσως είναι ακριβώς αυτή η αντίληψη που βοηθάει πολλούς να νιώσουν καλά.
Τι θα θέλατε να αλλάξει στην προσβασιμότητα στην Ελλάδα μετά από αυτή την ταινία;
Να είναι ορατή, όχι από θέση υπεροχής, αλλά συμπεριληπτικά.
Τι σημαίνει αυτό στην πράξη; Υπήρξε κάποια στιγμή στα γυρίσματα που είδατε από κοντά τι λείπει;
Χαίρομαι που απαντάω σε αυτή την ερώτηση, γιατί κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων με απασχολούσε διαρκώς το τι απουσιάζει. Κεντρικό ζήτημα της ταινίας είναι ο επαναπροσδιορισμός της αθλητικής ταυτότητας του Γιάννη και η μεταβατική διαδικασία που τον συνοδεύει. Μέσα από αυτήν αναδεικνύεται διαρκώς το ζήτημα της οικονομικής και κοινωνικής στήριξης για την εξέλιξη ενός αθλητή. Το ζήτημα αυτό θα μπορούσε να αποτελέσει αφορμή για μια ακόμη ταινία, με την προσπάθεια του Γιάννη και της οικογένειάς του να βρουν χορηγούς, ώστε εκείνος να μπορέσει να συνεχίσει να αγωνίζεται.
Γιατί Beyond The Line; Ποια είναι η γραμμή που ξεπερνά η ταινία;
Είναι η γραμμή των «προκαταλήψεων» και των «στερεοτύπων», που ξεπερνά ο ίδιος ο πρωταγωνιστής κάθε μέρα.
Το Beyond The Line αξίζει να βρει το κοινό του. Αν είστε φεστιβάλ, σχολείο, δήμος, κινηματογραφική λέσχη ή σύλλογος, μπορείτε να το φέρετε κοντά στους ανθρώπους σας. Κι αν είστε επιχείρηση ή φορέας που μπορεί να στηρίξει έναν αθλητή παγκόσμιας κλάσης να συνεχίσει να αγωνίζεται, ο Γιάννης ψάχνει ακόμα χορηγούς. Γιατί η προσβασιμότητα δεν είναι μόνο ράμπες και ανελκυστήρες. Είναι και το να μη χρειάζεται ένας πρωταθλητής να παλεύει μόνος του.
